απέλαση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απελαύνω, η εκδίωξη ενός ανεπίθυμητου ή δυνάμει επικίνδυνου αλλοδαπού από μία χώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απέλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπέλα(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀπελαύνω < ἀπό + ἐλαύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απέλαση | απελάσεις |
| Γενική | απέλασης | απελάσεων |
| Αιτιατική | απέλαση | απελάσεις |
| Κλητική | απέλαση | απελάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →