Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απέλλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήη συνέλευση των πολιτών στην αρχαία πόλη της Σπάρτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απέλλα < αρχαία ελληνική *ἀπέλλα / *ἀπελλά (πβ. ἐν ταῖς μεγάλαις ἀπελλαῖς IG 5(1))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπέλλααπέλλες
Γενικήαπέλλαςαπελλών
Αιτιατικήαπέλλααπέλλες
Κλητικήαπέλλααπέλλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →