Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απέναντι

/aˈpe.nan.di/ουσιαστικό
•
  1. που βρίσκεται απέναντι Βικιλεξικό
    • — Πού πας; — Στους απέναντι. (εννοείται, π.χ. γείτονες)

Ετυμολογία

απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απέναντι

/aˈpe.nan.di/επίθετο
•
  1. που βρίσκεται απέναντι Βικιλεξικό
    • οι απέναντι γείτονες, στις απέναντι γωνίες, το απέναντι πεζοδρόμιο
    • Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)

Ετυμολογία

απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απέναντι

/aˈpe.nan.di/επίρρημα
•
  1. τοπικό επίρρημααντίκρυ, στην αντικρινή μεριά Βικιλεξικό
    • Οι γείτονες απέναντι απ' το σπίτι μας.
    • Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
    • πέρασα απέναντι (πήγα προς την άλλη μεριά κάποιου χώρου)
  2. μπροστά σε Βικιλεξικό
  3. μπροστά σε (μεταφορικά), σε σχέση με Βικιλεξικό
    • Κράτησε θετική στάση απέναντί μου.

Ετυμολογία

απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →