απέναντι
•
- που βρίσκεται απέναντι Βικιλεξικό
- — Πού πας; — Στους απέναντι. (εννοείται, π.χ. γείτονες)
Ετυμολογία
απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
απέναντι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπέναντι < ἀπό + ἔναντι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →