Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απένταρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καθόλου χρήματα Βικιλεξικό
    • έφαγα όλα τα λεφτά μου και έχω μείνει απένταρος
    • Κι ένας απένταρος μπεκρής έξω απ’ το ταβερνάκι / συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.

Ετυμολογία

απένταρος < στερητικό α- + πεντάρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπένταροςαπένταρηαπένταρο
Γενικήαπένταρουαπένταρηςαπένταρου
Αιτιατικήαπένταροαπένταρηαπένταρο
Κλητικήαπένταρεαπένταρηαπένταρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπένταροιαπένταρεςαπένταρα
Γενικήαπένταρωναπένταρωναπένταρων
Αιτιατικήαπένταρουςαπένταρεςαπένταρα
Κλητικήαπένταροιαπένταρεςαπένταρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →