απένταρος
•
- που δεν έχει καθόλου χρήματα Βικιλεξικό
- έφαγα όλα τα λεφτά μου και έχω μείνει απένταρος
- Κι ένας απένταρος μπεκρής έξω απ’ το ταβερνάκι / συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.
Ετυμολογία
απένταρος < στερητικό α- + πεντάρα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απένταρος | απένταρη | απένταρο |
| Γενική | απένταρου | απένταρης | απένταρου |
| Αιτιατική | απένταρο | απένταρη | απένταρο |
| Κλητική | απένταρε | απένταρη | απένταρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απένταροι | απένταρες | απένταρα |
| Γενική | απένταρων | απένταρων | απένταρων |
| Αιτιατική | απένταρους | απένταρες | απένταρα |
| Κλητική | απένταροι | απένταρες | απένταρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →