Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απέραστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει περαστεί ή δεν μπορεί να περαστεί Βικιλεξικό
  2. αδιαπέραστος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαδιάβατος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάακαταχώρητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απέραστος < α- + περνώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπέραστοςαπέραστηαπέραστο
Γενικήαπέραστουαπέραστηςαπέραστου
Αιτιατικήαπέραστοαπέραστηαπέραστο
Κλητικήαπέραστεαπέραστηαπέραστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπέραστοιαπέραστεςαπέραστα
Γενικήαπέραστωναπέραστωναπέραστων
Αιτιατικήαπέραστουςαπέραστεςαπέραστα
Κλητικήαπέραστοιαπέραστεςαπέραστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →