Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απίδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φρούτοτο αχλάδι Βικιλεξικό
    • -Καλή μερά σου, λυερή , περαστικά σου να 'ναι, μύρισε το βασιλικό, δάγκασε και τ' απίδι, σκούπισε και τον ίδρο σου με το χρυσό μαντήλι. -Μήτε βασιλικό θέλω, μήτε δαγκώ τ' απίδι, μήτε τον ίδρο μου σκοπώ με το χρυσό μαντήλι (Eusebi Ayensa, Eusebi Ayensa Prat, Baladas griegas estudio formal, temático y comparativo, Της Απολησμένης, 2000, σελ. 214)

Ετυμολογία

απίδι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀπίδιον < αρχαία ελληνική ἄπιον (αχλάδι) < ἄπιος (αχλαδιά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπίδιαπίδια
Γενικήαπιδιούαπιδιών
Αιτιατικήαπίδιαπίδια
Κλητικήαπίδιαπίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →