απίθανος
•
- που έχει μικρή πιθανότητα να συμβεί· μη πιθανός, μη ενδεχόμενος Βικιλεξικό
- εξαιρετικός, πολύ καλός Βικιλεξικό
- μμμ, το φαγητό ήταν απίθανο!
Ετυμολογία
απίθανος < αρχαία ελληνική ἀπίθανος < στερητικό ἀ- + πιθανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απίθανος | απίθανη | απίθανο |
| Γενική | απίθανου | απίθανης | απίθανου |
| Αιτιατική | απίθανο | απίθανη | απίθανο |
| Κλητική | απίθανε | απίθανη | απίθανο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απίθανοι | απίθανες | απίθανα |
| Γενική | απίθανων | απίθανων | απίθανων |
| Αιτιατική | απίθανους | απίθανες | απίθανα |
| Κλητική | απίθανοι | απίθανες | απίθανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →