απίκο
•
- αλιείατεχνική ψαρέματος καθώς και το σχετικό εργαλείο ψαρέματος Βικιλεξικό
- Tο ψάρεμα με καλάμι «απίκο» είναι από τις κλασικότερες και συγχρόνως παλαιότερες τεχνικές ψαρέματος. Mια πετονιά με αγκίστρι δεμένη σε ένα καλάμι από τις παραδίπλα καλαμιές, ήταν το πρώτο αλιευτικό εργαλείο. Tο απίκο χωρίζεται σε δύο κατηγορίες... (* εφημερίδα Έθνος)
Ετυμολογία
απίκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική a picco
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απίκο | απίκα |
| Γενική | απίκου | απίκων |
| Αιτιατική | απίκο | απίκα |
| Κλητική | απίκο | απίκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →