Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απίκο

/aˈpi.ko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αλιείατεχνική ψαρέματος καθώς και το σχετικό εργαλείο ψαρέματος Βικιλεξικό
    • Tο ψάρεμα με καλάμι «απίκο» είναι από τις κλασικότερες και συγχρόνως παλαιότερες τεχνικές ψαρέματος. Mια πετονιά με αγκίστρι δεμένη σε ένα καλάμι από τις παραδίπλα καλαμιές, ήταν το πρώτο αλιευτικό εργαλείο. Tο απίκο χωρίζεται σε δύο κατηγορίες... (* εφημερίδα Έθνος)

Ετυμολογία

απίκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική a picco

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπίκοαπίκα
Γενικήαπίκουαπίκων
Αιτιατικήαπίκοαπίκα
Κλητικήαπίκοαπίκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απίκο

/aˈpi.ko/επίρρημα
•
  1. ναυτικός όροςκατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση Βικιλεξικό
    • έχω την αριστερή άγκυρα απίκο
  2. κάθετα, κατακόρυφα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσε ετοιμότητα, σε επιφυλακή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απίκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική a picco

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →