απίστευτος
•
- που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι είναι αληθινός, εκπληκτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απίστευτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπίστευτος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + πιστεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απίστευτος | απίστευτη | απίστευτο |
| Γενική | απίστευτου | απίστευτης | απίστευτου |
| Αιτιατική | απίστευτο | απίστευτη | απίστευτο |
| Κλητική | απίστευτε | απίστευτη | απίστευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απίστευτοι | απίστευτες | απίστευτα |
| Γενική | απίστευτων | απίστευτων | απίστευτων |
| Αιτιατική | απίστευτους | απίστευτες | απίστευτα |
| Κλητική | απίστευτοι | απίστευτες | απίστευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →