απίσχνανση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απισχναίνω, το αδυνάτισμα, η αποστέωση Βικιλεξικό
- απίσχνανση της καταθετικής βάσης των τραπεζών
Ετυμολογία
απίσχνανση < απ- + ισχναίνω < αρχαία ελληνική ἰσχναίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απίσχνανση | απισχνάνσεις |
| Γενική | απίσχνανσης | απισχνάνσεων |
| Αιτιατική | απίσχνανση | απισχνάνσεις |
| Κλητική | απίσχνανση | απισχνάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →