απαγκίστρωση
•
- η ενέργεια του ρήματος απαγκιστρώνω/απαγκιστρώνομαι Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη ενέργεια του ρήματος απαγκιστρώνω/απαγκιστρώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαγκίστρωση < λόγιο απαγκίστρωσις < απαγκιστρώνω + -ση / -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαγκίστρωση | απαγκιστρώσεις |
| Γενική | απαγκίστρωσης | απαγκιστρώσεων |
| Αιτιατική | απαγκίστρωση | απαγκιστρώσεις |
| Κλητική | απαγκίστρωση | απαγκιστρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →