απαγκιάζω
•
- καταφεύγω σε απάγκιο, βρίσκω καταφύγιο σε απάγκιο μέρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαγκιάζω < απάγκιο + -άζω < αρχαία ελληνική ἀπό + ἄγκος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαγκιάζω | απαγκιάζεις | απαγκιάζει | απαγκιάζουμε | απαγκιάζετε | απαγκιάζουν / απαγκιάζουνε |
| Παρατατικός | απάγκιαζα | απάγκιαζες | απάγκιαζε | απαγκιάζαμε | απαγκιάζατε | απάγκιαζαν / απαγκιάζαν / απαγκιάζανε |
| Αόριστος | απάγκιασα | απάγκιασες | απάγκιασε | απαγκιάσαμε | απαγκιάσατε | απάγκιασαν / απαγκιάσαν / απαγκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα απαγκιάζω / θα απαγκιάσω | θα απαγκιάζεις / θα απαγκιάσεις | θα απαγκιάζει / θα απαγκιάσει | θα απαγκιάζουμε / θα απαγκιάσουμε | θα απαγκιάζετε / θα απαγκιάσετε | θα απαγκιάζουν / θα απαγκιάζουνε / θα απαγκιάσουν / θα απαγκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαγκιάσει | έχεις απαγκιάσει | έχει απαγκιάσει | έχουμε απαγκιάσει | έχετε απαγκιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαγκιάσει | είχες απαγκιάσει | είχε απαγκιάσει | είχαμε απαγκιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαγκιάσει / να απαγκιάζω / να απαγκιάσω | να έχεις απαγκιάσει / να απαγκιάζεις / να απαγκιάσεις | να έχει απαγκιάσει / να απαγκιάζει / να απαγκιάσει | να έχουμε απαγκιάσει / να απαγκιάζουμε / να απαγκιάσουμε | να έχετε απαγκιάσει / να απαγκιάζετε / να απαγκιάσετε | να απαγκιάζουν / να απαγκιάζουνε / να απαγκιάσουν / να απαγκιάσουνε |
| Προστακτική | — | απάγκιαζε / απάγκιασε | — | — | απαγκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απαγκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →