απαγορευτικό
•
- διαταγή που απαγορεύει λόγω κακών ή άλλων συνθηκών τον απόπλου πλοίων Βικιλεξικό
- Απαγορευτικό απόπλου για ανατολικό Αιγαίο και Κυκλάδες (*)
- διαταγή που απαγορεύει την κυκλοφορία οχημάτων Βικιλεξικό
- «Απαγορευτικό» της Τροχαίας στα φορτηγά (*)
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →