απαγορεύω
•
- αρνούμαι ή εμποδίζω κάποιον να κάνει κάποια ενέργεια έχοντας την ανάλογη εξουσία ή το απαιτούμενο κύρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαγορεύω < αρχαία ελληνική ἀπαγορεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαγορεύω | απαγορεύεις | απαγορεύει | απαγορεύουμε | απαγορεύετε | απαγορεύουν / απαγορεύουνε |
| Παρατατικός | απαγόρευα | απαγόρευες | απαγόρευε | απαγορεύαμε | απαγορεύατε | απαγορεύαν / απαγορεύανε / απαγόρευαν |
| Αόριστος | απαγόρευσα | απαγόρευσες | απαγόρευσε | απαγορεύσαμε | απαγορεύσατε | απαγορεύσαν / απαγορεύσανε / απαγόρευσαν |
| Μέλλοντας | θα απαγορεύσω / θα απαγορεύω | θα απαγορεύεις / θα απαγορεύσεις | θα απαγορεύει / θα απαγορεύσει | θα απαγορεύουμε / θα απαγορεύσουμε | θα απαγορεύετε / θα απαγορεύσετε | θα απαγορεύουν / θα απαγορεύουνε / θα απαγορεύσουν / θα απαγορεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαγορεύσει | έχεις απαγορεύσει | έχει απαγορεύσει | έχουμε απαγορεύσει | έχετε απαγορεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαγορεύσει | είχες απαγορεύσει | είχε απαγορεύσει | είχαμε απαγορεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαγορεύσει / να απαγορεύσω / να απαγορεύω | να έχεις απαγορεύσει / να απαγορεύεις / να απαγορεύσεις | να έχει απαγορεύσει / να απαγορεύει / να απαγορεύσει | να έχουμε απαγορεύσει / να απαγορεύουμε / να απαγορεύσουμε | να έχετε απαγορεύσει / να απαγορεύετε / να απαγορεύσετε | να απαγορεύουν / να απαγορεύουνε / να απαγορεύσουν / να απαγορεύσουνε |
| Προστακτική | — | απαγόρευε / απαγόρευσε | — | — | απαγορεύετε / απαγορεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →