απαγωγέας
•
- ο δράστης μιας απαγωγής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαγωγέας < αρχαία ελληνική ἀπαγωγεύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαγωγέας | απαγωγείς |
| Γενική | απαγωγέα / απαγωγέως | απαγωγέων |
| Αιτιατική | απαγωγέα | απαγωγείς |
| Κλητική | απαγωγέα | απαγωγείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →