απαθλίωση
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απαθλιώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαθλίωση < απαθλιώνομαι + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαθλίωση | απαθλιώσεις |
| Γενική | απαθλίωσης | απαθλιώσεων |
| Αιτιατική | απαθλίωση | απαθλιώσεις |
| Κλητική | απαθλίωση | απαθλιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →