Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαθώς

/a.paˈθos/επίρρημα
•
  1. χωρίς να εκφράζει καμιά συγκίνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαθώς < αρχαία ελληνική ἀπαθῶς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →