απαθώς
•
- χωρίς να εκφράζει καμιά συγκίνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαθώς < αρχαία ελληνική ἀπαθῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
απαθώς < αρχαία ελληνική ἀπαθῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →