απαλλάσσω
•
- μεταβατικόελευθερώνω κάποιον ή κάτι από ένα βάρος, υλικό ή ηθικό, γλιτώνω Βικιλεξικό
- Απαλλάχτηκα επιτέλους από τη γυναίκα μου. Τώρα θα βασανίζει άλλον!
- Απαλλάχτηκα από τα χρέη και βρήκα την ηρεμία μου
- εξαιρώ από υποχρέωση Βικιλεξικό
- Επιτέλους απαλλάχτηκα. Πήρα την απαλλαγή μου απο το στρατό.
- αθωώνω Βικιλεξικό
- Απηλλάγη με βούλευμα πλημμελιοδικών.
Ετυμολογία
απαλλάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαλλάσσω < ἀπό (απ-) + ἀλλάσσω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαλλάσσω | απαλλάσσεις | απαλλάσσει | απαλλάσσουμε | απαλλάσσετε | απαλλάσσουν / απαλλάσσουνε |
| Παρατατικός | απάλλασσα | απάλλασσες | απάλλασσε | απαλλάσσαμε | απαλλάσσατε | απάλλασσαν / απαλλάσσαν / απαλλάσσανε |
| Αόριστος | απάλλαξα / απαλλάγηκα | απάλλαξες | απάλλαξε | απαλλάξαμε | απαλλάξατε | απάλλαξαν / απαλλάξαν / απαλλάξανε |
| Μέλλοντας | θα απαλλάξω / θα απαλλάσσω | θα απαλλάξεις / θα απαλλάσσεις | θα απαλλάξει / θα απαλλάσσει | θα απαλλάξουμε / θα απαλλάσσουμε | θα απαλλάξετε / θα απαλλάσσετε | θα απαλλάξουν / θα απαλλάξουνε / θα απαλλάσσουν / θα απαλλάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαλλάξει | έχεις απαλλάξει | έχει απαλλάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαλλάξει | είχες απαλλάξει | είχε απαλλάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαλλάξει / να απαλλάξω / να απαλλάσσω | να έχεις απαλλάξει / να απαλλάξεις / να απαλλάσσεις | να έχει απαλλάξει / να απαλλάξει / να απαλλάσσει | να απαλλάξουμε / να απαλλάσσουμε | να απαλλάξετε / να απαλλάσσετε | να απαλλάξουν / να απαλλάξουνε / να απαλλάσσουν / να απαλλάσσουνε |
| Προστακτική | — | απάλλαξε / απάλλασσε | — | — | απαλλάξτε / απαλλάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απαλλάχτηκααπαλλάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →