Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απανεμιά

/a.pa.neˈmɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νηνεμία Βικιλεξικό
  2. τόπος που προφυλάσσεται από ανέμους Βικιλεξικό
    • μες στην απανεμιά του Ζα (βουνό Νάξου), ξεκουδουνώσανε τα ζά (αιγοπρόβατα) (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)

Ετυμολογία

απανεμιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπανεμιά / ἀπανεμία < ἀπάνεμος. Δείτε (από) απ- + άνεμ(ος) + ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπανεμιάαπανεμιές
Γενικήαπανεμιάςαπανεμιών
Αιτιατικήαπανεμιάαπανεμιές
Κλητικήαπανεμιάαπανεμιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →