απανεμιά
•
- νηνεμία Βικιλεξικό
- τόπος που προφυλάσσεται από ανέμους Βικιλεξικό
- μες στην απανεμιά του Ζα (βουνό Νάξου), ξεκουδουνώσανε τα ζά (αιγοπρόβατα) (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)
Ετυμολογία
απανεμιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπανεμιά / ἀπανεμία < ἀπάνεμος. Δείτε (από) απ- + άνεμ(ος) + ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απανεμιά | απανεμιές |
| Γενική | απανεμιάς | απανεμιών |
| Αιτιατική | απανεμιά | απανεμιές |
| Κλητική | απανεμιά | απανεμιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →