Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απανθίζω

ρήμα
•
  1. σταματώ να ανθοφορώ, να βγάζω λουλούδια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυλλέγω, κάνω ένα απάνθισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απανθίζω < αρχαία ελληνική ἀπανθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπανθίζωαπανθίζειςαπανθίζειαπανθίζουμεαπανθίζετεαπανθίζουν / απανθίζουνε
Παρατατικόςαπάνθιζααπάνθιζεςαπάνθιζεαπανθίζαμεαπανθίζατεαπάνθιζαν / απανθίζαν / απανθίζανε
Αόριστοςαπάνθισααπάνθισεςαπάνθισεαπανθίσαμεαπανθίσατεαπάνθισαν / απανθίσαν / απανθίσανε
Μέλλονταςθα απανθίζω / θα απανθίσωθα απανθίζεις / θα απανθίσειςθα απανθίζει / θα απανθίσειθα απανθίζουμε / θα απανθίσουμεθα απανθίζετε / θα απανθίσετεθα απανθίζουν / θα απανθίζουνε / θα απανθίσουν / θα απανθίσουνε
Παρακείμενοςέχω απανθίσειέχεις απανθίσειέχει απανθίσειέχουμε απανθίσειέχετε απανθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απανθίσειείχες απανθίσειείχε απανθίσειείχαμε απανθίσει——
Υποτακτικήνα έχω απανθίσει / να απανθίζω / να απανθίσωνα έχεις απανθίσει / να απανθίζεις / να απανθίσειςνα έχει απανθίσει / να απανθίζει / να απανθίσεινα έχουμε απανθίσει / να απανθίζουμε / να απανθίσουμενα έχετε απανθίσει / να απανθίζετε / να απανθίσετενα απανθίζουν / να απανθίζουνε / να απανθίσουν / να απανθίσουνε
Προστακτική—απάνθιζε / απάνθισε——απανθίζετε / απανθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →