απανθίζω
•
- σταματώ να ανθοφορώ, να βγάζω λουλούδια Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυλλέγω, κάνω ένα απάνθισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απανθίζω < αρχαία ελληνική ἀπανθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απανθίζω | απανθίζεις | απανθίζει | απανθίζουμε | απανθίζετε | απανθίζουν / απανθίζουνε |
| Παρατατικός | απάνθιζα | απάνθιζες | απάνθιζε | απανθίζαμε | απανθίζατε | απάνθιζαν / απανθίζαν / απανθίζανε |
| Αόριστος | απάνθισα | απάνθισες | απάνθισε | απανθίσαμε | απανθίσατε | απάνθισαν / απανθίσαν / απανθίσανε |
| Μέλλοντας | θα απανθίζω / θα απανθίσω | θα απανθίζεις / θα απανθίσεις | θα απανθίζει / θα απανθίσει | θα απανθίζουμε / θα απανθίσουμε | θα απανθίζετε / θα απανθίσετε | θα απανθίζουν / θα απανθίζουνε / θα απανθίσουν / θα απανθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απανθίσει | έχεις απανθίσει | έχει απανθίσει | έχουμε απανθίσει | έχετε απανθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απανθίσει | είχες απανθίσει | είχε απανθίσει | είχαμε απανθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απανθίσει / να απανθίζω / να απανθίσω | να έχεις απανθίσει / να απανθίζεις / να απανθίσεις | να έχει απανθίσει / να απανθίζει / να απανθίσει | να έχουμε απανθίσει / να απανθίζουμε / να απανθίσουμε | να έχετε απανθίσει / να απανθίζετε / να απανθίσετε | να απανθίζουν / να απανθίζουνε / να απανθίσουν / να απανθίσουνε |
| Προστακτική | — | απάνθιζε / απάνθισε | — | — | απανθίζετε / απανθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →