απανθρακώνω
•
- καίω κάτι ολοσχερώς, το κάνω να γίνει κάρβουνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απανθρακώνω < από + άνθρακας
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απανθρακώνω | απανθρακώνεις | απανθρακώνει | απανθρακώνουμε | απανθρακώνετε | απανθρακώνουν / απανθρακώνουνε |
| Παρατατικός | απανθράκωνα | απανθράκωνες | απανθράκωνε | απανθρακώναμε | απανθρακώνατε | απανθράκωναν / απανθρακώναν / απανθρακώνανε |
| Αόριστος | απανθράκωσα | απανθράκωσες | απανθράκωσε | απανθρακώσαμε | απανθρακώσατε | απανθράκωσαν / απανθρακώσαν / απανθρακώσανε |
| Μέλλοντας | θα απανθρακώνω / θα απανθρακώσω | θα απανθρακώνεις / θα απανθρακώσεις | θα απανθρακώνει / θα απανθρακώσει | θα απανθρακώνουμε / θα απανθρακώσουμε | θα απανθρακώνετε / θα απανθρακώσετε | θα απανθρακώνουν / θα απανθρακώνουνε / θα απανθρακώσουν / θα απανθρακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απανθρακώσει | έχεις απανθρακώσει | έχει απανθρακώσει | έχουμε απανθρακώσει | έχετε απανθρακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απανθρακώσει | είχες απανθρακώσει | είχε απανθρακώσει | είχαμε απανθρακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απανθρακώσει / να απανθρακώνω / να απανθρακώσω | να έχεις απανθρακώσει / να απανθρακώνεις / να απανθρακώσεις | να έχει απανθρακώσει / να απανθρακώνει / να απανθρακώσει | να έχουμε απανθρακώσει / να απανθρακώνουμε / να απανθρακώσουμε | να έχετε απανθρακώσει / να απανθρακώνετε / να απανθρακώσετε | να απανθρακώνουν / να απανθρακώνουνε / να απανθρακώσουν / να απανθρακώσουνε |
| Προστακτική | — | απανθράκωνε / απανθράκωσε | — | — | απανθρακώνετε / απανθρακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →