απανταχούσα
•
- θρησκείαεγκύκλιος του πατριαρχείου που απευθύνεται στους "απανταχού ορθοδόξους" Βικιλεξικό
- σκωπτικόο λογαριασμός ή άλλο έγγραφο που περιέχει, συνήθως έκτακτη, οικονομική επιβάρυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απανταχούσα < απανταχού < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἅπας < πᾶς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ph₂ent
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απανταχούσα | απανταχούσες |
| Γενική | απανταχούσας | απανταχουσών |
| Αιτιατική | απανταχούσα | απανταχούσες |
| Κλητική | απανταχούσα | απανταχούσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →