Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απανταχούσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαεγκύκλιος του πατριαρχείου που απευθύνεται στους "απανταχού ορθοδόξους" Βικιλεξικό
  2. σκωπτικόο λογαριασμός ή άλλο έγγραφο που περιέχει, συνήθως έκτακτη, οικονομική επιβάρυνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απανταχούσα < απανταχού < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἅπας < πᾶς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ph₂ent

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπανταχούσααπανταχούσες
Γενικήαπανταχούσαςαπανταχουσών
Αιτιατικήαπανταχούσααπανταχούσες
Κλητικήαπανταχούσααπανταχούσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →