απανωσιά
•
- η επάνω μεριά, η επιφάνεια Βικιλεξικό
- και ιδιωματικό· επίσης στις μορφές επανωσιά απανουσιά, απανουσά και με διαφοροποιημένες σημασίες κατά τόπο
Ετυμολογία
απανωσιά < απάνω + -σιά κατά τα θηλυκά ουσιαστικά σε -σιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απανωσιά | απανωσιές |
| Γενική | απανωσιάς | απανωσιών |
| Αιτιατική | απανωσιά | απανωσιές |
| Κλητική | απανωσιά | απανωσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →