απαξία
•
- το να μην αξίζει κάποιος ή κάτι, να μην έχει κάποια αξία Βικιλεξικό
- φιλοσοφίατο να μην έχει κάποιος πνευματικές, ηθικές ή αισθητικές αξίες στη ζωή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαξία < (ελληνιστική κοινή) < ἀπό + ἀξία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαξία | απαξίες |
| Γενική | απαξίας | — |
| Αιτιατική | απαξία | απαξίες |
| Κλητική | απαξία | απαξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →