Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαπούτσωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν φορά παπούτσια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαπούτσωτος < α- + παπουτσώ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαπούτσωτοςαπαπούτσωτηαπαπούτσωτο
Γενικήαπαπούτσωτουαπαπούτσωτηςαπαπούτσωτου
Αιτιατικήαπαπούτσωτοαπαπούτσωτηαπαπούτσωτο
Κλητικήαπαπούτσωτεαπαπούτσωτηαπαπούτσωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαπούτσωτοιαπαπούτσωτεςαπαπούτσωτα
Γενικήαπαπούτσωτωναπαπούτσωτωναπαπούτσωτων
Αιτιατικήαπαπούτσωτουςαπαπούτσωτεςαπαπούτσωτα
Κλητικήαπαπούτσωτοιαπαπούτσωτεςαπαπούτσωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →