απαρέμφατο
•
- γραμματικήρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και την ρηματική έγκλιση Βικιλεξικό
- Το «δηλοῦν» είναι αρχαίο απαρέμφατο ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω-δηλῶ.
- Το «δηλώσει» είναι το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής του νεοελληνικού ρήματος δηλώνω.
- Το «δηλωθεί» είναι το απαρέμφατο της παθητικής φωνής του ρήματος δηλώνω.
Ετυμολογία
απαρέμφατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαρέμφατον < αρχαία ελληνική ἀπαρέμφατος (αφανέρωτος) < ἀ- στερητικό + παρεμφαίνω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απαρέμφατο | απαρέμφατα |
| Γενική | απαρέμφατου / απαρεμφάτου | απαρεμφάτων |
| Αιτιατική | απαρέμφατο | απαρέμφατα |
| Κλητική | απαρέμφατο | απαρέμφατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →