Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαρέμφατο

/a.paˈɾeɱ.fa.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και την ρηματική έγκλιση Βικιλεξικό
    • Το «δηλοῦν» είναι αρχαίο απαρέμφατο ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω-δηλῶ.
    • Το «δηλώσει» είναι το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής του νεοελληνικού ρήματος δηλώνω.
    • Το «δηλωθεί» είναι το απαρέμφατο της παθητικής φωνής του ρήματος δηλώνω.

Ετυμολογία

απαρέμφατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαρέμφατον < αρχαία ελληνική ἀπαρέμφατος (αφανέρωτος) < ἀ- στερητικό + παρεμφαίνω.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπαρέμφατοαπαρέμφατα
Γενικήαπαρέμφατου / απαρεμφάτουαπαρεμφάτων
Αιτιατικήαπαρέμφατοαπαρέμφατα
Κλητικήαπαρέμφατοαπαρέμφατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →