Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαραμέριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει παραμεριστεί ή δεν είναι δυνατόν να παραμεριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαραμέριστος < α- + παραμερίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαραμέριστοςαπαραμέριστηαπαραμέριστο
Γενικήαπαραμέριστουαπαραμέριστηςαπαραμέριστου
Αιτιατικήαπαραμέριστοαπαραμέριστηαπαραμέριστο
Κλητικήαπαραμέριστεαπαραμέριστηαπαραμέριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαραμέριστοιαπαραμέριστεςαπαραμέριστα
Γενικήαπαραμέριστωναπαραμέριστωναπαραμέριστων
Αιτιατικήαπαραμέριστουςαπαραμέριστεςαπαραμέριστα
Κλητικήαπαραμέριστοιαπαραμέριστεςαπαραμέριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →