απαρνιέμαι
•
- αρνιέμαι, απορρίπτω και ενδεχομένως λησμονώ ό,τι μέχρι κάποια στιγμή πίστευα, πρέσβευα ή έκανα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαρνιέμαι < αρχαία ελληνική ἀπαρνοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαρνιέμαι | απαρνιέσαι | απαρνιέται | απαρνιόμαστε | απαρνιέστε | απαρνιούνται |
| Παρατατικός | απαρνιόμουν / απαρνιόμουνα | απαρνιόσουν / απαρνιόσουνα | απαρνιόταν / απαρνιότανε | απαρνιόμασταν / απαρνιόμαστε | απαρνιόσασταν / απαρνιόσαστε | απαρνιούνταν / απαρνιόνταν / απαρνιόντανε / απαρνιόντουσαν |
| Αόριστος | απαρνήθηκα | απαρνήθηκες | απαρνήθηκε | απαρνηθήκαμε | απαρνηθήκατε | απαρνήθηκαν / απαρνηθήκαν / απαρνηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα απαρνηθώ / θα απαρνιέμαι | θα απαρνηθείς / θα απαρνιέσαι | θα απαρνηθεί / θα απαρνιέται | θα απαρνηθούμε / θα απαρνιόμαστε | θα απαρνηθείτε / θα απαρνιέστε | θα απαρνηθούν / θα απαρνηθούνε / θα απαρνιούνται |
| Παρακείμενος | έχω απαρνηθεί | έχεις απαρνηθεί | έχει απαρνηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαρνηθεί | είχες απαρνηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαρνηθεί / να απαρνηθώ / να απαρνιέμαι | να έχεις απαρνηθεί / να απαρνηθείς / να απαρνιέσαι | να έχει απαρνηθεί / να απαρνηθεί / να απαρνιέται | να απαρνηθούμε / να απαρνιόμαστε | να απαρνηθείτε / να απαρνιέστε | να απαρνηθούν / να απαρνηθούνε / να απαρνιούνται |
| Προστακτική | — | απαρνήσου | — | — | απαρνηθείτε / απαρνιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →