Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απάρτια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτα επιμέρους εξαρτήματα που συναποτελούν μια σύνθετη κατασκευή ή μηχανισμό και είναι απαραίτητα για τη λειτουργία ή τη συναρμολόγησή του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απάρτια < αγγλική parts

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απαρτία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διοικητικός όροςη παρουσία ενός ελάχιστου αριθμού μελών ενός σώματος που επιτρέπει σε αυτό να συνεδριάσει και να πάρει αποφάσεις Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπλήρης η συντροφιά, ολόκληρη η παρέα χωρίς να λείπει κανείς, όλοι παρόντες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαρτία < αρχαία ελληνική ἀπαρτία (λόγω συσχέτισής του με το απαρτίζω < επίρρημα ἀπαρτί < ἀπ᾽ ἄρτι) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπαρτίααπαρτίες
Γενικήαπαρτίαςαπαρτιών
Αιτιατικήαπαρτίααπαρτίες
Κλητικήαπαρτίααπαρτίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →