απαρτίζω
•
- συγκροτώ, είμαι μέρος ενός συνόλου, σχηματίζω Βικιλεξικό
- Εμείς απαρτίζουμε τη συνέλευση.
- Το μηχάνημα απαρτίζεται από τα εξής μέρη: […]
Ετυμολογία
απαρτίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαρτίζω → δείτε και τις λέξεις ἄρτι και ἄρτιος
Άλλοι τύποι
απάρτισααπαρτίζομαιαπαρτίσθηκααπαρτίστηκααπαρτιζόμενοςαπαρτισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →