απαστράπτων
•
- λόγιοπου απαστράπτει Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αποστράπτοντας
Ετυμολογία
απαστράπτων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀπαστράπτω (αρχαία ελληνική)
Άλλοι τύποι
απαστράπτοναπαστράπτοντααπαστράπτονταςαπαστράπτοντεςαπαστράπτοντοςαπαστράπτουσααπαστράπτουσαςαπαστράπτουσεςαπαστράπτωναπαστραπτουσώναπαστραπτούσηςαπαστραπτόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →