απασφαλίζω
•
- κυριολεκτικάαφαιρώ ή μετακινώ την ασφάλεια ενός όπλου, προκειμένου να πυροβολήσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαίρω ό,τι με περιόριζε ή με συγκρατούσε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απασφαλίζω < απ- + ασφαλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απασφαλίζω | απασφαλίζεις | απασφαλίζει | απασφαλίζουμε | απασφαλίζετε | απασφαλίζουν / απασφαλίζουνε |
| Παρατατικός | απασφάλιζα | απασφάλιζες | απασφάλιζε | απασφαλίζαμε | απασφαλίζατε | απασφάλιζαν / απασφαλίζαν / απασφαλίζανε |
| Αόριστος | απασφάλισα | απασφάλισες | απασφάλισε | απασφαλίσαμε | απασφαλίσατε | απασφάλισαν / απασφαλίσαν / απασφαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα απασφαλίζω / θα απασφαλίσω | θα απασφαλίζεις / θα απασφαλίσεις | θα απασφαλίζει / θα απασφαλίσει | θα απασφαλίζουμε / θα απασφαλίσουμε | θα απασφαλίζετε / θα απασφαλίσετε | θα απασφαλίζουν / θα απασφαλίζουνε / θα απασφαλίσουν / θα απασφαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απασφαλίσει | έχεις απασφαλίσει | έχει απασφαλίσει | έχουμε απασφαλίσει | έχετε απασφαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απασφαλίσει | είχες απασφαλίσει | είχε απασφαλίσει | είχαμε απασφαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απασφαλίσει / να απασφαλίζω / να απασφαλίσω | να έχεις απασφαλίσει / να απασφαλίζεις / να απασφαλίσεις | να έχει απασφαλίσει / να απασφαλίζει / να απασφαλίσει | να έχουμε απασφαλίσει / να απασφαλίζουμε / να απασφαλίσουμε | να έχετε απασφαλίσει / να απασφαλίζετε / να απασφαλίσετε | να απασφαλίζουν / να απασφαλίζουνε / να απασφαλίσουν / να απασφαλίσουνε |
| Προστακτική | — | απασφάλιζε / απασφάλισε | — | — | απασφαλίζετε / απασφαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →