απασχολησιμότητα
•
- η ιδιότητα του απασχολήσιμου Βικιλεξικό
- το να απασχολείται κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απασχολησιμότητα < απασχολήσιμος + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική employability)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απασχολησιμότητα | απασχολησιμότητες |
| Γενική | απασχολησιμότητας | απασχολησιμοτήτων |
| Αιτιατική | απασχολησιμότητα | απασχολησιμότητες |
| Κλητική | απασχολησιμότητα | απασχολησιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →