Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απασχόληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απασχολώ / απασχολούμαι Βικιλεξικό
    • Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικτα, τόμος 8, 1996, σελ. 270, 1996)
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απασχολώ / απασχολούμαι Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απασχολώ / απασχολούμαι Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απασχολώ / απασχολούμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απασχόληση < (ελληνιστική κοινή) < ἀπασχολέω < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω < ἀ- + σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seǵhe- / *sǵhē- (κρατώ, έχω, κατέχω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπασχόλησηαπασχολήσεις
Γενικήαπασχόλησηςαπασχολήσεων
Αιτιατικήαπασχόλησηαπασχολήσεις
Κλητικήαπασχόλησηαπασχολήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →