απεικονιστικός
•
- που έχει σχέση με την απεικόνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεικονιστικός < απεικονίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απεικονιστικός | απεικονιστική | απεικονιστικό |
| Γενική | απεικονιστικού | απεικονιστικής | απεικονιστικού |
| Αιτιατική | απεικονιστικό | απεικονιστική | απεικονιστικό |
| Κλητική | απεικονιστικέ | απεικονιστική | απεικονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απεικονιστικοί | απεικονιστικές | απεικονιστικά |
| Γενική | απεικονιστικών | απεικονιστικών | απεικονιστικών |
| Αιτιατική | απεικονιστικούς | απεικονιστικές | απεικονιστικά |
| Κλητική | απεικονιστικοί | απεικονιστικές | απεικονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →