Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεικονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απεικόνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεικονιστικός < απεικονίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεικονιστικόςαπεικονιστικήαπεικονιστικό
Γενικήαπεικονιστικούαπεικονιστικήςαπεικονιστικού
Αιτιατικήαπεικονιστικόαπεικονιστικήαπεικονιστικό
Κλητικήαπεικονιστικέαπεικονιστικήαπεικονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεικονιστικοίαπεικονιστικέςαπεικονιστικά
Γενικήαπεικονιστικώναπεικονιστικώναπεικονιστικών
Αιτιατικήαπεικονιστικούςαπεικονιστικέςαπεικονιστικά
Κλητικήαπεικονιστικοίαπεικονιστικέςαπεικονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →