Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απειλή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Βικιλεξικό
    • η απειλή της απεργίας των εργαζομένων ήταν αρκετή ώστε να γίνουν δεκτά τα αιτήματα τους από την εργοδοσία
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
  2. μια δυσάρεστη εξέλιξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν αλλάξει κάτι Βικιλεξικό
    • κοιτάζαμε τα μαύρα σύννεφα που έφεραν την απειλή βροχής
  3. οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως κίνδυνος Βικιλεξικό
    • μάθαμε από καιρό να ζούμε υπό την απειλή σεισμών
    • Σύμφωνα πάντα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παχυσαρκία και υπερβαρότητα χαρακτηρίζονται οι καταστάσεις αυξημένης συσσώρευσης λίπους στο σώμα σε βαθμό που να αποτελούν απειλή για την υγεία του οργανισμού. (Παχυσαρκία - Υπερβαρότητα, ΓΕΜAτο Διατροφή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιo, ανάκτηση 18/5/2026 https://webms.hua.gr/diatrofi/index.php?option=com_content&view=article&id=307:paxisarkia-ipervarotita&catid=108&Itemid=948)

Ετυμολογία

απειλή < αρχαία ελληνική ἀπειλή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπειλήαπειλές
Γενικήαπειλήςαπειλών
Αιτιατικήαπειλήαπειλές
Κλητικήαπειλήαπειλές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →