απειροελάχιστος
•
- αυτός που είναι πάρα πολύ μικρός, ώστε δεν είναι ορατός με γυμνό μάτι Βικιλεξικό
- τα μόρια του σώματος είναι απειροελάχιστα
- Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
- αυτός που έχει πολύ μικρή σημασία Βικιλεξικό
- η διαφορά ανάμεσα στο Χ και στο Υ είναι απειροελάχιστη
Ετυμολογία
απειροελάχιστος < σύνθετη λέξη από την αρχαία ελληνική ἄπειρος (λόγ. απειρο-) + ελάχιστος <μτφρδ. γαλλ. infini ment petit, infinitésime
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απειροελάχιστος | απειροελάχιστη | απειροελάχιστο |
| Γενική | απειροελάχιστου | απειροελάχιστης | απειροελάχιστου |
| Αιτιατική | απειροελάχιστο | απειροελάχιστη | απειροελάχιστο |
| Κλητική | απειροελάχιστε | απειροελάχιστη | απειροελάχιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απειροελάχιστοι | απειροελάχιστες | απειροελάχιστα |
| Γενική | απειροελάχιστων | απειροελάχιστων | απειροελάχιστων |
| Αιτιατική | απειροελάχιστους | απειροελάχιστες | απειροελάχιστα |
| Κλητική | απειροελάχιστοι | απειροελάχιστες | απειροελάχιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →