Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απειροπόλεμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει εμπειρία στον πόλεμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απειροπόλεμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπειροπόλεμος < ἄπειρος (ἀ- στερητικό + πεῖρα) + πόλεμος. Συγχρονικά αναλύεται σε (άπειρος) απειρο- + πόλεμ(ος) + κατάληξη επιθέτου -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπειροπόλεμοςαπειροπόλεμηαπειροπόλεμο
Γενικήαπειροπόλεμουαπειροπόλεμηςαπειροπόλεμου
Αιτιατικήαπειροπόλεμοαπειροπόλεμηαπειροπόλεμο
Κλητικήαπειροπόλεμεαπειροπόλεμηαπειροπόλεμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπειροπόλεμοιαπειροπόλεμεςαπειροπόλεμα
Γενικήαπειροπόλεμωναπειροπόλεμωναπειροπόλεμων
Αιτιατικήαπειροπόλεμουςαπειροπόλεμεςαπειροπόλεμα
Κλητικήαπειροπόλεμοιαπειροπόλεμεςαπειροπόλεμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →