απειροστικός
•
- που έχει σχέση με τα απειροστά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απειροστικός < απειροστός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απειροστικός | απειροστική | απειροστικό |
| Γενική | απειροστικού | απειροστικής | απειροστικού |
| Αιτιατική | απειροστικό | απειροστική | απειροστικό |
| Κλητική | απειροστικέ | απειροστική | απειροστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απειροστικοί | απειροστικές | απειροστικά |
| Γενική | απειροστικών | απειροστικών | απειροστικών |
| Αιτιατική | απειροστικούς | απειροστικές | απειροστικά |
| Κλητική | απειροστικοί | απειροστικές | απειροστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →