Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απειροστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα απειροστά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απειροστικός < απειροστός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπειροστικόςαπειροστικήαπειροστικό
Γενικήαπειροστικούαπειροστικήςαπειροστικού
Αιτιατικήαπειροστικόαπειροστικήαπειροστικό
Κλητικήαπειροστικέαπειροστικήαπειροστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπειροστικοίαπειροστικέςαπειροστικά
Γενικήαπειροστικώναπειροστικώναπειροστικών
Αιτιατικήαπειροστικούςαπειροστικέςαπειροστικά
Κλητικήαπειροστικοίαπειροστικέςαπειροστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →