απεκδύομαι
•
- μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος απεκδύω Βικιλεξικό
- (λόγια σύνταξη + γενική) απεκδύομαι κάθε ευθύνης
- (+ από + αιτιατική) απεκδύομαι από κάθε ευθύνη
- παθητική φωνή του ρήματος απεκδύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεκδύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπεκδύομαι, μεσοπαθητική φωνή του ρήματος ἀπεκδύω < ἀπό + ἐκδύω (γδύνω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →