Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεκδύομαι

ρήμα
•
  1. μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος απεκδύω Βικιλεξικό
    • (λόγια σύνταξη + γενική) απεκδύομαι κάθε ευθύνης
    • (+ από + αιτιατική) απεκδύομαι από κάθε ευθύνη
  2. παθητική φωνή του ρήματος απεκδύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεκδύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπεκδύομαι, μεσοπαθητική φωνή του ρήματος ἀπεκδύω < ἀπό + ἐκδύω (γδύνω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →