Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απελευθερώνω

/a.pe.le.fθeˈɾo.no/ρήμα
•
  1. δίνω σε κάποιον την ελευθερία του Βικιλεξικό
  2. επιτρέπω σε κάποιον ή σε κάτι να κινηθεί ελεύθερα, απαλλάσσω από περιορισμούς Βικιλεξικό
  3. φυσικήεκλύω Βικιλεξικό
    • από τη σχάση του ατόμου απελευθερώνεται ενέργεια

Ετυμολογία

απελευθερώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπελευθερώνω < αρχαία ελληνική ἀπελευθερόω. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική libérer. Συχρονικά αναλύεται σε (απο-) απ- + ελευθερώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπελευθερώνωαπελευθερώνειςαπελευθερώνειαπελευθερώνουμεαπελευθερώνετεαπελευθερώνουν / απελευθερώνουνε
Παρατατικόςαπελευθέρωνααπελευθέρωνεςαπελευθέρωνεαπελευθερώναμεαπελευθερώνατεαπελευθέρωναν / απελευθερώναν / απελευθερώνανε
Αόριστοςαπελευθέρωσααπελευθέρωσεςαπελευθέρωσεαπελευθερώσαμεαπελευθερώσατεαπελευθέρωσαν / απελευθερώσαν / απελευθερώσανε
Μέλλονταςθα απελευθερώνω / θα απελευθερώσωθα απελευθερώνεις / θα απελευθερώσειςθα απελευθερώνει / θα απελευθερώσειθα απελευθερώνουμε / θα απελευθερώσουμεθα απελευθερώνετε / θα απελευθερώσετεθα απελευθερώνουν / θα απελευθερώνουνε / θα απελευθερώσουν / θα απελευθερώσουνε
Παρακείμενοςέχω απελευθερώσειέχεις απελευθερώσειέχει απελευθερώσειέχουμε απελευθερώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα απελευθερώσειείχες απελευθερώσειείχε απελευθερώσει———
Υποτακτικήνα έχω απελευθερώσει / να απελευθερώνω / να απελευθερώσωνα έχεις απελευθερώσει / να απελευθερώνεις / να απελευθερώσειςνα έχει απελευθερώσει / να απελευθερώνει / να απελευθερώσεινα έχουμε απελευθερώσει / να απελευθερώνουμε / να απελευθερώσουμενα απελευθερώνετε / να απελευθερώσετενα απελευθερώνουν / να απελευθερώνουνε / να απελευθερώσουν / να απελευθερώσουνε
Προστακτική—απελευθέρωνε / απελευθέρωσε——απελευθερώνετε / απελευθερώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

απελευθερώθηκααπελευθερώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →