απελευθερώνω
•
- δίνω σε κάποιον την ελευθερία του Βικιλεξικό
- επιτρέπω σε κάποιον ή σε κάτι να κινηθεί ελεύθερα, απαλλάσσω από περιορισμούς Βικιλεξικό
- φυσικήεκλύω Βικιλεξικό
- από τη σχάση του ατόμου απελευθερώνεται ενέργεια
Ετυμολογία
απελευθερώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπελευθερώνω < αρχαία ελληνική ἀπελευθερόω. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική libérer. Συχρονικά αναλύεται σε (απο-) απ- + ελευθερώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απελευθερώνω | απελευθερώνεις | απελευθερώνει | απελευθερώνουμε | απελευθερώνετε | απελευθερώνουν / απελευθερώνουνε |
| Παρατατικός | απελευθέρωνα | απελευθέρωνες | απελευθέρωνε | απελευθερώναμε | απελευθερώνατε | απελευθέρωναν / απελευθερώναν / απελευθερώνανε |
| Αόριστος | απελευθέρωσα | απελευθέρωσες | απελευθέρωσε | απελευθερώσαμε | απελευθερώσατε | απελευθέρωσαν / απελευθερώσαν / απελευθερώσανε |
| Μέλλοντας | θα απελευθερώνω / θα απελευθερώσω | θα απελευθερώνεις / θα απελευθερώσεις | θα απελευθερώνει / θα απελευθερώσει | θα απελευθερώνουμε / θα απελευθερώσουμε | θα απελευθερώνετε / θα απελευθερώσετε | θα απελευθερώνουν / θα απελευθερώνουνε / θα απελευθερώσουν / θα απελευθερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απελευθερώσει | έχεις απελευθερώσει | έχει απελευθερώσει | έχουμε απελευθερώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απελευθερώσει | είχες απελευθερώσει | είχε απελευθερώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απελευθερώσει / να απελευθερώνω / να απελευθερώσω | να έχεις απελευθερώσει / να απελευθερώνεις / να απελευθερώσεις | να έχει απελευθερώσει / να απελευθερώνει / να απελευθερώσει | να έχουμε απελευθερώσει / να απελευθερώνουμε / να απελευθερώσουμε | να απελευθερώνετε / να απελευθερώσετε | να απελευθερώνουν / να απελευθερώνουνε / να απελευθερώσουν / να απελευθερώσουνε |
| Προστακτική | — | απελευθέρωνε / απελευθέρωσε | — | — | απελευθερώνετε / απελευθερώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απελευθερώθηκααπελευθερώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →