απελπισιάρης
•
- που προκαλεί απελπισία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απελπισιάρης < απελπισία + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απελπισιάρης | απελπισιάρηδες |
| Γενική | απελπισιάρη | απελπισιάρηδων |
| Αιτιατική | απελπισιάρη | απελπισιάρηδες |
| Κλητική | απελπισιάρη | απελπισιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →