απεντάσσω
•
- λόγιοαφαιρώ επίσημα ένα έργο ή δράση από εγκεκριμένο χρηματοδοτικό ή οργανωτικό πλαίσιο, συνήθως λόγω καθυστερήσεων, ασυμβατότητας ή αδυναμίας υλοποίησης Βικιλεξικό
- Λόγω των σοβαρών καθυστερήσεων στις απαλλοτριώσεις, το έργο του οδικού άξονα απεντάχθηκε από το πρόγραμμα ΕΣΠΑ της τρέχουσας περιόδου.
Ετυμολογία
απεντάσσω < απ- + εντάσσω < αρχαία ελληνική ἐντάσσω
Άλλοι τύποι
απεντάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →