Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεξάρθρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήτο βγάλσιμο, η διάλυση της άρθρωσης Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποδιοργάνωση, διάλυση Βικιλεξικό
    • Θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί πολιτική επιλογή η βαθμιαία εγκατάλειψη της Δημόσιας Υγείας, η βαθμιαία υποβάθμιση και εντέλει η απεξάρθρωση του ΕΣΥ.(*)

Ετυμολογία

απεξάρθρωση < απο- + εξάρθρωση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπεξάρθρωσηαπεξαρθρώσεις
Γενικήαπεξάρθρωσηςαπεξαρθρώσεων
Αιτιατικήαπεξάρθρωσηαπεξαρθρώσεις
Κλητικήαπεξάρθρωσηαπεξαρθρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →