Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεξαρτώμαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος απεξαρτώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπεξαρτώμαι——απεξαρτώμεθααπεξαρτάσθεαπεξαρτώνται
Παρατατικός—————απεξαρτόνταν / απεξαρτόντουσαν
Αόριστος—————απεξαρτηθήκαν / απεξαρτηθήκανε
Μέλλονταςθα απεξαρτηθώ / θα απεξαρτώμαιθα απεξαρτηθείςθα απεξαρτηθείθα απεξαρτηθούμε / θα απεξαρτώμεθαθα απεξαρτάσθε / θα απεξαρτηθείτεθα απεξαρτηθούν / θα απεξαρτηθούνε / θα απεξαρτώνται
Παρακείμενοςέχω απεξαρτηθείέχεις απεξαρτηθείέχει απεξαρτηθείέχουμε απεξαρτηθείέχετε απεξαρτηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα απεξαρτηθείείχες απεξαρτηθείείχε απεξαρτηθείείχαμε απεξαρτηθεί——
Υποτακτικήνα έχω απεξαρτηθεί / να απεξαρτηθώ / να απεξαρτώμαινα έχεις απεξαρτηθεί / να απεξαρτηθείςνα έχει απεξαρτηθεί / να απεξαρτηθείνα έχουμε απεξαρτηθεί / να απεξαρτηθούμε / να απεξαρτώμεθανα έχετε απεξαρτηθεί / να απεξαρτάσθε / να απεξαρτηθείτενα απεξαρτηθούν / να απεξαρτηθούνε / να απεξαρτώνται
Προστακτική—απεξαρτήσου——απεξαρτάσθε / απεξαρτηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—απεξαρτάσαιαπεξαρτάταιαπεξαρτόμαστεαπεξαρτάστε—
Παρατατικόςαπεξαρτόμουναπεξαρτόσουναπεξαρτόταναπεξαρτόμασταναπεξαρτόσασταν—
Αόριστοςαπεξαρτήθηκααπεξαρτήθηκεςαπεξαρτήθηκεαπεξαρτηθήκαμεαπεξαρτηθήκατεαπεξαρτήθηκαν
Μέλλοντας—θα απεξαρτάσαιθα απεξαρτάταιθα απεξαρτόμαστεθα απεξαρτάστε—
Υποτακτική—να απεξαρτάσαινα απεξαρτάταινα απεξαρτόμαστενα απεξαρτάστε—
Προστακτική————απεξαρτάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →