Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απερίφρακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι περιφραγμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απερίφρακτος < μεσαιωνική ελληνική ἀπερίφρακτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερίφρακτοςαπερίφρακτηαπερίφρακτο
Γενικήαπερίφρακτουαπερίφρακτηςαπερίφρακτου
Αιτιατικήαπερίφρακτοαπερίφρακτηαπερίφρακτο
Κλητικήαπερίφρακτεαπερίφρακτηαπερίφρακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερίφρακτοιαπερίφρακτεςαπερίφρακτα
Γενικήαπερίφρακτωναπερίφρακτωναπερίφρακτων
Αιτιατικήαπερίφρακτουςαπερίφρακτεςαπερίφρακτα
Κλητικήαπερίφρακτοιαπερίφρακτεςαπερίφρακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →