Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεραντοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος απέραντος, η ιδιότητα του απέραντου Βικιλεξικό
    • Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)

Ετυμολογία

απεραντοσύνη < απέραντ(ος) + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπεραντοσύνηαπεραντοσύνες
Γενικήαπεραντοσύνηςαπεραντοσυνών
Αιτιατικήαπεραντοσύνηαπεραντοσύνες
Κλητικήαπεραντοσύνηαπεραντοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →