απεργάζομαι
•
- σχεδιάζω ή προετοιμάζω (μυστικά) κάτι κακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεργάζομαι < αρχαία ελληνική ἀπεργάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απεργάζομαι | απεργάζεσαι | απεργάζεται | απεργαζόμαστε | απεργάζεστε | απεργάζονται |
| Παρατατικός | απεργαζόμουν / απεργαζόμουνα | απεργαζόσουν / απεργαζόσουνα | απεργαζόταν / απεργαζότανε | απεργαζόμασταν / απεργαζόμαστε | απεργαζόσασταν / απεργαζόσαστε | απεργάζονταν / απεργαζόντουσαν |
| Αόριστος | απεργάστηκα | απεργάστηκες | απεργάστηκε | απεργαστήκαμε | απεργαστήκατε | απεργάστηκαν / απεργαστήκαν / απεργαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα απεργάζομαι / θα απεργαστώ | θα απεργάζεσαι / θα απεργαστείς | θα απεργάζεται / θα απεργαστεί | θα απεργαζόμαστε / θα απεργαστούμε | θα απεργάζεστε / θα απεργαστείτε | θα απεργάζονται / θα απεργαστούν / θα απεργαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω απεργαστεί | έχεις απεργαστεί | έχει απεργαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απεργαστεί | είχες απεργαστεί | είχε απεργαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απεργαστεί / να απεργάζομαι / να απεργαστώ | να έχεις απεργαστεί / να απεργάζεσαι / να απεργαστείς | να έχει απεργαστεί / να απεργάζεται / να απεργαστεί | να απεργαζόμαστε / να απεργαστούμε | να απεργάζεστε / να απεργαστείτε | να απεργάζονται / να απεργαστούν / να απεργαστούνε |
| Προστακτική | — | απεργάζου / απεργάσου | — | — | απεργάζεστε / απεργαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →