απεργοσπαστικός
•
- που έχει σαν σκοπό ή συνδέεται με το σπάσιμο, τη λύση μιας απεργίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεργοσπαστικός < απεργοσπάστης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απεργοσπαστικός | απεργοσπαστική | απεργοσπαστικό |
| Γενική | απεργοσπαστικού | απεργοσπαστικής | απεργοσπαστικού |
| Αιτιατική | απεργοσπαστικό | απεργοσπαστική | απεργοσπαστικό |
| Κλητική | απεργοσπαστικέ | απεργοσπαστική | απεργοσπαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απεργοσπαστικοί | απεργοσπαστικές | απεργοσπαστικά |
| Γενική | απεργοσπαστικών | απεργοσπαστικών | απεργοσπαστικών |
| Αιτιατική | απεργοσπαστικούς | απεργοσπαστικές | απεργοσπαστικά |
| Κλητική | απεργοσπαστικοί | απεργοσπαστικές | απεργοσπαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →