απεργώ
•
- συμμετέχω σε απεργία σταματώντας την εργασία μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεργώ < απεργός + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απεργώ | απέργει / απεργείς | απεργεί | απεργούμε | απεργείτε | απεργούν |
| Παρατατικός | απεργούσα | απεργούσες | απεργούσε | απεργούσαμε | απεργούσατε | απεργούσαν |
| Αόριστος | απέργησα / απεργήσω | απέργησε / απέργησες / απεργήσεις | απέργησε / απεργήσει | απεργήσαμε / απεργήσουμε | απεργήσατε / απεργήσετε / απεργήστε | απέργησαν / απεργήσουν |
| Μέλλοντας | θα απεργήσω / θα απεργώ | θα απεργήσεις / θα απεργείς | θα απεργήσει / θα απεργεί | θα απεργήσουμε / θα απεργούμε | θα απεργήσετε / θα απεργείτε | θα απεργήσουν / θα απεργούν |
| Παρακείμενος | έχω απεργήσει | έχεις απεργήσει | έχει απεργήσει | έχουμε απεργήσει | έχετε απεργήσει | έχουν απεργήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα απεργήσει | είχες απεργήσει | είχε απεργήσει | είχαμε απεργήσει | είχατε απεργήσει | είχαν απεργήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →